συντονίζω

Μεταφράσεις

συντονίζω

attune (sindo'nizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ρυθμίζω, οργανώνω συντονίζω δραστηριότητες συντονίζω τις κινήσεις μου
2. διευθύνω συντονίζω συζήτηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close