συνωμοτώ

Αναζητήσεις σχετικές με συνωμοτώ: συνωμοσία
Μεταφράσεις

συνωμοτώ

plot, conspireمَكِيدَةkomplotkomplotausheckenconspirarsalajuonicomploturotacomplottareたくらむ음모를 꾸미다intrigekomplottuknućtramarготовить заговорanstifta en komplottอุบายgizli planâm mưu密谋 (sinomo'to)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
οργανώνω δολοπλοκία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close