συχνάζω

Μεταφράσεις

συχνάζω

frequent (si'xnazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
πηγαίνω συχνά κάπου συχνάζω στα μπαρ
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close