σφίγγω

Μεταφράσεις

σφίγγω

('sfiŋgo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ να είναι πιο σφιχτό σφίγγω τη βίδα
2. αγκαλιάζω δυνατά Την έσφιξε στην αγκαλιά του.
3. κρατάω με πίεση σφίγγω το χέρι κάποιου
προσπαθώ
4. πιέζω Το παντελόνι με σφίγγει.

σφίγγω

tighten, clench, clutch, constrict, clamp, clasp, grasp, gripserrer, pincerيُضَيِّقُ, يـُمْسِكsevřít, zesílitgribe, strammefestziehen, greifenapretar, coger con fuerzakiristää, tarttuauhvatiti, zategnutiafferrare, stringereしっかりつかむ, 締める단단히 잡다, 단단히 죄다aanhalen, vastpakkengripe, strammechwycić, zacisnąćapertar, segurarзатягивать, сжатьdra åt, greppaจับอย่างแน่น, ทำให้แน่นหรือตึงขึ้นsıkılamak, sımsıkı kavramakcầm chặt, thắt chặt弄紧, 抓住
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
γίνομαι σφιχτός Το δέρμα της έσφιξε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close