σφράγισμα

Μεταφράσεις

σφράγισμα

scellementfillingselloSiegelsigilloselopieczęćпечат ('sfraʝizma)
ουσιαστικό αρσενικό
1. το να σφραγίζω σφράγισμα εντύπου
2. το να σφραγίζω δόντι σφράγισμα δοντιού
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close