σφράγισμα

Μεταφράσεις

σφράγισμα

scellementfillingpieczęćselosigilloSiegelпечатsello ('sfraʝizma)
ουσιαστικό αρσενικό
1. το να σφραγίζω σφράγισμα εντύπου
2. το να σφραγίζω δόντι σφράγισμα δοντιού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close