σχετικός

(προωθήθηκε από σχετική)
Μεταφράσεις

σχετικός

(sçeti'kos) αρσενικό

σχετική

(sçeti'ci) θηλυκό

σχετικό

relevant, corresponding, germane, relatedrelatif, liéمُرْتَبِطsouvisejícíforbundetverwandtemparentadosukua olevapovezanimparentato親類の관계가 있는gerelateerdbeslektetzwiązanyrelacionadoсвязанныйvara släkt medเกี่ยวข้องกันakrabacó quan hệ相关的 (sçeti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που συμβαίνει σε μικρό βαθμό σχετική ηρεμία
2. που έχει σχέση με κτ συμπτώματα σχετικά με την αρρώστια
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close