σχετικός

(προωθήθηκε από σχετική)
Μεταφράσεις

σχετικός

(sçeti'kos) αρσενικό

σχετική

(sçeti'ci) θηλυκό

σχετικό

relevant, corresponding, germane, relatedrelatif, liéمُرْتَبِطsouvisejícíforbundetverwandtemparentadosukua olevapovezanimparentato親類の관계가 있는gerelateerdbeslektetzwiązanyrelacionadoсвязанныйvara släkt medเกี่ยวข้องกันakrabacó quan hệ相关的 (sçeti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που συμβαίνει σε μικρό βαθμό σχετική ηρεμία
2. που έχει σχέση με κτ συμπτώματα σχετικά με την αρρώστια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close