σχιζοφρενής

Μεταφράσεις

σχιζοφρενής

(sçizofre'nis) αρσενικό-θηλυκό
ουσιαστικό
πρόσωπο που πάσχει από σχιζοφρένεια
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close