σωριάζομαι

Μεταφράσεις

σωριάζομαι

collapse, slump (sor'jazome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
πέφτω Σωριάστηκα κάτω λιπόθυμος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close