σύμφωνος

(προωθήθηκε από σύμφωνη)
Μεταφράσεις

σύμφωνος

('simfonos) αρσενικό

σύμφωνη

('simfoni) θηλυκό

σύμφωνο

accordant ('simfono) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει την ίδια γνώμη Είμαι σύμφωνος μαζί σου.
2. ανάλογος σύμφωνος με τις προδιαγραφές
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close