σύνδεσμος

Μεταφράσεις

σύνδεσμος

conjunction, ligament, association, anchor, contact, bondligamentoassociation, conjonction, ligament, lienliame, conexão, elo de ligaçãoعَلَاقَةpoutobåndBindungvínculosidevezalegame縛るもの묶는 것bandbåndwięźсвязьbandข้อผูกมัดbağlayıcısự gắn kết, giao kèo结合 ('sinðezmos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. ένωση, σύλλογος σύνδεσμος επιστημόνων
2. δεσμός, σχέση αναπτύχθηκε στενός σύνδεσμος (μεταξύ)
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close