σύνταξη

Μεταφράσεις

σύνταξη

pension, syntax, superannuationretraite, syntaxeمَعَاشٌdůchodpensionRentepensióneläkemirovinapensione年金연금pensioenpensjonemeryturaaposentadoria, reformaпенсия, синтаксисpensionบำนาญemekli maaşılương hưu退休金 ('sindaksi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η γραπτή παραγωγή κειμένου η σύνταξη κειμένου
2. γλωσσολογία η δομή πρότασης λάθος σύνταξη
3. το μηνιαίο ποσό που παίρνει κπ που δεν εργάζεται πια σύνταξη πείνας
4. η περίοδος της ζωής αφού σταματήσει κν να εργάζεται βγαίνω στη σύνταξη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close