τάση

Μεταφράσεις

τάση

tendency, trend, stress, voltage, inclination, potentialtendance, contrainte, tension, voltageمَيْل, نَزْعَةtendence, trendtendensTendenz, Trendtendenciataipumus, trenditendencija, trendtendenza傾向경향, 추세neiging, trendtendens, trendtendencjatendênciaтенденцияbenägenhet, trendแนวโน้ม, ความโน้มเอียงeğilim, moda akımıxu hướng趋势, 倾向тенденция趨勢 ('tasi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. διάθεση τάση για εμετό
2. χαρακτηριστικό Έχει την τάση να παχαίνει.
3. κλίση, προδιάθεση έχω καλλιτεχνικές τάσεις
4. φυσική φόρτιση, ρεύμα η ηλεκτρική τάση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close