ταπεινός

(προωθήθηκε από ταπεινό)
Μεταφράσεις

ταπεινός

(tapi'nos) αρσενικό

ταπεινή

(tapi'ni) θηλυκό

ταπεινό

humble, modest, abjecthumbleمُتَوَاضِعٌpokornýydmygbescheidenhumildenöyräskromanumile謙虚な겸손한bescheidenydmykskromnyhumildeскромныйödmjukถ่อมตัวalçak gönüllükhiêm tốn谦虚的скромен (tapi'no) ουδέτερο
επίθετο
1. σεμνός κατά την ταπεινή μου γνώμη
2. τιποτένιος έχω ταπεινά κίνητρα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close