ταυτίζω

Μεταφράσεις

ταυτίζω

identifyidentifier (ta'ftizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αντιμετωπίζω κτ σαν όμοιο με κτ άλλο Ταυτίζετε δύο τελείως διαφορετικά πράγματα. Ταύτισε τη ζωή της με την ιστορία του τόπου.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close