ταυτόχρονος

(προωθήθηκε από ταυτόχρονο)
Μεταφράσεις

ταυτόχρονος

(ta'ftoxronos) αρσενικό

ταυτόχρονη

(ta'ftoxroni) θηλυκό

ταυτόχρονο

samtempasimultaneousمُتَزَامِنsimultánnísamtidiggleichzeitigsimultáneosamanaikainensimultanéistovremensimultaneo同時の동시의gelijktijdigsamtidigrównoczesnysimultâneoодновременныйsimultanที่พร้อมกันaynı anda olanđồng thời同时的 (ta'ftoxrono) ουδέτερο
επίθετο
που γίνεται την ίδια στιγμή ταυτόχρονες κινήσεις ταυτόχρονη μετάφραση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close