ταχυπαλμία

Μεταφράσεις

ταχυπαλμία

(taçipal'mia)
ουσιαστικό θηλυκό
η επιτάχυνση των χτύπων της καρδιάς
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close