τείνω

Μεταφράσεις

τείνω

tend, extendtendre, avoir tendance àيَنْزَعُ إِلَىmít tendencihave tendens tiltendierentenderolla taipuvainen johonkinbiti sklontendere傾向がある경향이 있다neigenføreskłonić siętenderклонитьсяvårdaโน้มเอียงeğilim göstermekcó xu hướng倾向于 ('tino)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. έχω την τάση Τείνω να ξεχνάω τι θέλω να πω.
2. έχω προτίμηση Τείνει προς την πρώτη λύση.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close