τεκνοποίηση

Μεταφράσεις

τεκνοποίηση

(tekno'piisi)
ουσιαστικό θηλυκό
η αναπαραγωγή
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close