τελειωτικός

Μεταφράσεις

τελειωτικός

(telioti'kos) αρσενικό

τελειωτική

(telioti'ci) θηλυκό

τελειωτικό

endgültigfinaldéfinitif, final (telioti'ko) ουδέτερο
επίθετο
οριστικός τελειωτικό χτύπημα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close