τερηδόνα

Μεταφράσεις

τερηδόνα

cariesкариес龋齿齲齒karies (teri'ðona)
ουσιαστικό θηλυκό
ιατρική πάθηση των δοντιών
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close