τμήμα

Μεταφράσεις

τμήμα

department, section, compartment, segment, partجُزْءٌ, قِسْمčást, odděleníafdeling, delAbteilung, Teildepartamento, parte, secciónosa, osastopartie, servicedio, odjelparte, reparto部分, 部門부, 일부afdeling, onderdeelavdeling, delczęść, działdepartamento, parte, seçãoотдел, частьavdelning, delแผนก, ส่วนหนึ่งbölüm, parçaphần, phòng部分, 部门раздел ('tmima)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. μέρος ενός όλου το αριστερό τμήμα ενός κτιρίουτου εγκεφάλου
2. κλάδος το τμήμα γλωσσολογίας
3. τάξη σχολικής χρονιάς Η έκτη δημοτικού έχει δυο τμήματα.
4. υπηρεσία διοικητικό τμήμα αστυνομικό τμήμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close