τονώνω

Μεταφράσεις

τονώνω

boost, fortify, invigorate, stimulatefortifieramplificare (to'nono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δυναμώνω, εντείνω τονώνω τους μυς τονώνω το ενδιαφέρον μου για κτ
2. δίνω κουράγιο τονώνω το ηθικό κάποιου τονώνω κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close