τρέμω

Μεταφράσεις

τρέμω

tremblertremble, flicker, quaver, quiver, shiver, shakeيَرْتَعِدُ, يَهْتَزُّtřást seryste, skælvezitterntemblartäristä, vapistadrhtati, tresti setremare揺れる, 震える떨다beven, trillenriste, skjelvezadrżeć, zatrząść siętremerдрожать, трястисьdarra, skakaสั่นสะเทือน, สั่นสะเทือน หวั่นไหวtitremekrun, rung摇动, 颤抖 ('tremo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. έχω ρίγη τρέμω από το κρύο τρέμω από το φόβο
2. τραντάζομαι Τρέμει το σπίτι.
3. φοβάμαι σε υπερβολικό βαθμό Τον τρέμω. Τρέμω στην ιδέα ότι θα πονέσω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close