τρέπομαι

Μεταφράσεις

τρέπομαι

('trepome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
φεύγω τρέχοντας Ο εχθρός τράπηκε σε φυγή.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close