τρέφω

Μεταφράσεις

τρέφω

feed, nourish, nurture, sustainnourririkяJAG ('trefo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δίνω σε κπ φαγητό τρέφω τα παιδιά μου
2. προσφέρω οικονομική ασφάλεια Τον τρέφουν ακόμα οι γονείς του.
3. συντηρώ, διατηρώ Tρέφω ακόμη ελπίδες ότι θα τον ξαναδώ. τρέφω συμπάθεια σε κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close