τραβάω

Μεταφράσεις

τραβάω

(tra'vao)

τραβώ

pullpullpulltrekプル (tra'vo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. σέρνω Με τράβηξε από το χέρι. τραβάω το σκοινί Με τράβηξε έξω.
2. αρπάζω με βία Μην της τραβάς τα μαλλιά!
3. απομακρύνω Τράβα τα χέρια σου!
4. προσελκύω τραβάω την προσοχή κάποιου
5. υποφέρω Τι τράβηξα!
6. γυρίζω ταινία ή βγάζω φωτογραφίες τραβάω ταινίαφωτογραφίες
7. αντλώ βγάζω νερό από το πηγάδι
8. ρουφάω Το χαρτί τράβηξε το νερό.
9. σχεδιάζω, χαράζω τραβάω γραμμές
10. έχω μεγάλη διάρκεια Τραβάει αυτή η υπόθεση.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close