τραυλός

(προωθήθηκε από τραυλό)
Μεταφράσεις

τραυλός

(tra'vlos) αρσενικό

τραυλή

(tra'vli) θηλυκό

τραυλό

(tra'vlo) ουδέτερο
επίθετο
αυτός που τραυλίζει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close