τραύμα

Μεταφράσεις

τραύμα

wound, injury, traumablessure, traumaإِصَابَةٌ, جُرْحrána, zraněnísår, skadeVerletzung, Wundeherida, lesión, traumahaava, vammaozljeda, ranaferita, lesione傷, 怪我부상, 상처verwondingsår, skaderanaferida, ferimento, traumaрана, травмаsår, skadaความบาดเจ็บ, บาดแผลyaravết thương创伤, 伤害травма創傷טראומה ('travma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η πληγή βαθύ τραύμα
2. ψυχολογικό σοκ προκαλώ ψυχικό τραύμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close