τρελαίνω

Μεταφράσεις

τρελαίνω

(tre'leno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κπ να χάσει τα λογικά του Με τρέλανε με τις ερωτήσεις του.
2. ξεσηκώνω Το άρωμά του με τρελαίνει. Τα μάτια του με τρελαίνουν.
3. ταράζω Ο θόρυβος μάς έχει τρελάνει.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close