τρεχούμενος

(προωθήθηκε από τρεχούμενη)
Μεταφράσεις

τρεχούμενος

(tre'xumenos) αρσενικό

τρεχούμενη

(tre'xumeni) θηλυκό

τρεχούμενο

actualhuidigecurrentactuelтекущийaktuálníatual현재correnteปัจจุบัน (tre'xumeno) ουδέτερο
επίθετο
(για νερό) που κυλάει συνεχώς τρεχούμενο νερό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close