τρεχούμενος

(προωθήθηκε από τρεχούμενο)
Μεταφράσεις

τρεχούμενος

(tre'xumenos) αρσενικό

τρεχούμενη

(tre'xumeni) θηλυκό

τρεχούμενο

currentactualcorrenteactuelтекущийhuidigeatualaktuální현재ปัจจุบัน (tre'xumeno) ουδέτερο
επίθετο
(για νερό) που κυλάει συνεχώς τρεχούμενο νερό
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close