τριβή

Μεταφράσεις

τριβή

friction, abrasion, attritionfricciónattritofrictionالاحتكاكtarcieтриене摩擦摩擦třenífriktionחיכוך摩擦마찰 (tri'vi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το να τρίβει κν κτ η τριβή μεταξύ δυο σωμάτων H τριβή προκαλεί τη διάβρωση.
2. μεταφορικά η συνήθεια η επαγγελματική τριβή
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close