τρομαγμένος

(προωθήθηκε από τρομαγμένο)
Μεταφράσεις

τρομαγμένος

(tromaɣ'menos) αρσενικό

τρομαγμένη

(tromaɣ'meni) θηλυκό

τρομαγμένο

خائِف, مَرْعُوبvylekaný, vystrašenýbange, skræmtverängstigtfrightened, scaredasustadopelästynyt, peloissaaneffrayéprestrašen, uplašenimpaurito, spaventatoおびえた, 怖がった겁먹은bangskremtprzestraszonyassustadoнапуганныйrädd, skrämdที่น่ากลัว, รู้สึกตกใจkorkmuşsợ hãi受惊的, 害怕的 (tromaɣ'meno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει τρομάξει τρομαγμένο ελάφι τρομαγμένο βλέμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close