τρυφερός

(προωθήθηκε από τρυφερή)
Μεταφράσεις

τρυφερός

(trife'ros) αρσενικό

τρυφερή

(trife'ri) θηλυκό

τρυφερό

tender, caring, fond, affectionateحَنون, لَطِيفlaskavý, něžnýkærligliebevoll, zartcariñoso, tiernopehmeä, rakastavaaffectueux, tendrenježanaffettuoso, tenero愛情のこもった, 柔らかい부드러운, 애정 어린gevoelig, liefhebbendhengiven, mørczuły, kochającyafável, carinhosoлюбящий, нежныйömtålig, tillgivenซึ่งรักใคร่, อ่อนโยนsevecen, yumuşakmềm, trìu mến亲爱的, 温柔的 (trife'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. στοργικός τρυφερό βλέμμα τρυφερός άντρας
2. μαλακός τρυφερό κρέας
3. απαλός τρυφερή επιδερμίδα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close