τσίμπλα

Μεταφράσεις

τσίμπλα

sleep ('tsimbla)
ουσιαστικό θηλυκό
η κρούστα που σχηματίζεται στα μάτια
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close