τσιμεντένιος

(προωθήθηκε από τσιμεντένια)
Μεταφράσεις

τσιμεντένιος

(tsime'ndeɲos) αρσενικό

τσιμεντένια

(tsime'ndeɲa) θηλυκό

τσιμεντένιο

cement, concrete (tsime'ndeɲo) ουδέτερο
επίθετο
που είναι από τσιμέντο τσιμεντένια πλάκα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close