τσουρουφλίζω

Μεταφράσεις

τσουρουφλίζω

(tsuru'flizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ζεματάω, καίω
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close