τυφλός

(προωθήθηκε από τυφλή)
Μεταφράσεις

τυφλός

(ti'flos) αρσενικό

τυφλή

(ti'fli) θηλυκό

τυφλό

blindaveugle, aveuglesأَعْمَى, العُمْيَانnevidomý, slepýblind, blindeblind, Blinderciegosokeaslijep, slijepciciechi, cieco目の見えない눈 먼, 맹인들blind, blindenblind, blindeniewidomy, ślepycego, invisualслепойblind, blindaคนตาบอด, ตาบอดkör, körlermù, người mù盲目的עיוור (ti'flo) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει χάσει την όρασή του
χωρίς να βλέπω ή να καταλαβαίνω
2. μεταφορικά απόλυτος τυφλή υπακοή
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Collins Multilingual Translator © HarperCollins Publishers 2009
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close