τόλμη

Μεταφράσεις

τόλμη

audace, couragedaring, nerveجُرْأَةٌodvahamodUnverfrorenheitfrescura, valor, corajerohkeusdrskostsfacciataggineずぶとさ용기lefureddhetpewność siebieousadia, coragemсмелостьmodความกล้าหาญcüretkhí phách胆量, 勇气кураж勇氣אומץ ('tolmi)
ουσιαστικό θηλυκό
θάρρος, κουράγιο μιλάω με τόλμη
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close