τόλμημα

Μεταφράσεις

τόλμημα

bold, daring ('tolmima)
ουσιαστικό ουδέτερο
θαρραλέα πράξη
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close