τόμος

Μεταφράσεις

τόμος

bookvolumenvolumevolumevolumeобемobjemボリュームVolym ('tomos)
ουσιαστικό αρσενικό
ένα από τα βιβλία έκδοσης σε σειρά πρώτος τόμος εγκυκλοπαίδειας ο ετήσιος τόμος περιοδικού
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close