τύφλωση

Μεταφράσεις

τύφλωση

blindnessaveuglementBlindheitcecitàслепотаblindheidcegueiraالعمىслепотаblindhedעיוורון실명blindhet ('tiflosi)
ουσιαστικό θηλυκό
το χάσιμο της όρασης
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close