υδρόβιος

(προωθήθηκε από υδρόβιο)
Μεταφράσεις

υδρόβιος

(i'ðrovios) αρσενικό

υδρόβια

(i'ðrovia) θηλυκό

υδρόβιο

aquatique, aqueuxaquaticالمائيةводниvodníakvatiskevattenlevandeน้ำ (i'ðrovio) ουδέτερο
επίθετο
που ζει στο νερό υδρόβια φυτά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close