υιοθετημένος

Μεταφράσεις

υιοθετημένος

(iioθeti'menos)

υιοθετημένη

(iioθeti'meni)

υιοθετημένο

مُتَبَنَّىadoptovanýadopteretadoptiertadoptedadoptadoadoptoituadoptifposvojenadottato養子になった입양된geadopteerdadoptertadoptowanyadotadoприемныйadopteradรับเลี้ยงเป็นลูกevlat edinilmişđược nhận làm con nuôi被收养的 (iioθeti'meno)
επίθετο
που μεγαλώνει με άλλη από τη φυσική του οικογένεια
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close