υπακούω

Μεταφράσεις

υπακούω

obeyobéirيُطِيعُposlouchatadlydegehorchenobedecertotellapoštovatiubbidire従う순종하다gehoorzamenadlydebyć posłusznymobedecerслушатьсяlydaเชื่อฟังboyun eğmekvâng lời服从 (ipa'kuo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. πειθαρχώ υπακούω στους γονείς μου
είμαι εξαντλημένος
2. μεταφορικά δέχομαι, κάνω κτ σύμφωνα με μέτρα που υπακούουν στη λογική του εμπορίου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close