υπερβολικός

(προωθήθηκε από υπερβολικό)
Μεταφράσεις

υπερβολικός

(ipervoli'kos) αρσενικό

υπερβολική

(ipervoli'ci) θηλυκό

υπερβολικό

excessive, extremeexagéré, excessif, hyperboliqueexorbitantexcesivoeccessivonadměrnéoverdrevenliiallinen과도한överdriven (ipervoli'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που ξεπερνάει τα συνηθισμένα όρια υπερβολική ταχύτητα υπερβολικός φόβος
2. ασυνήθιστος και εκκεντρικός υπερβολικοί τρόποι
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close