υπεύθυνος

(προωθήθηκε από υπεύθυνο)
Μεταφράσεις

υπεύθυνος

(i'pefθinos) αρσενικό

υπεύθυνη

(i'pefθini) θηλυκό

υπεύθυνο

(i'pefθino) ουδέτερο
επίθετο
1. αυτός που είναι αρμόδιος σε κπ τομέα Είναι υπεύθυνος τμήματος.
γραπτή βεβαίωση ότι κπ στοιχεία είναι αληθινά
2. που φταίει για κτ Είναι υπεύθυνος για την πυρκαγιά.
3. ευσυνείδητος υπεύθυνος υπάλληλος

υπεύθυνος

αρσενικό

υπεύθυνη

responsibleمَسْؤُولodpovědnýansvarligverantwortlichresponsablevastuullinenresponsableodgovoranresponsabile責任がある책임이 있는verantwoordelijkansvarligodpowiedzialnyresponsávelответственныйansvarigรับผิดชอบsorumluchịu trách nhiệm负责的отговоренאחראי θηλυκό
ουσιαστικό
1. που έχει την ευθύνη για κτ o υπεύθυνος υπηρεσίας
2. o αρμόδιος Απευθυνθείτε στον υπεύθυνο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close