υποχρέωση

Μεταφράσεις

υποχρέωση

obligation, engagementاِرْتِبَاطschůzkaaftaleVerabredungcompromiso, obligacióntapaaminenrendez-vousdogovorappuntamento約束약속afspraakavtalezobowiązaniecompromisso, obrigaçãoвстречаarrangemangการหมั้นrandevucuộc hẹn约会, 义务義務 (ipo'xreosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το καθήκον, το χρέος έχω την υποχρέωση να
2. οφειλή έχω υποχρέωση απέναντι σε κπ
3. δέσμευση Έχω πολλές επαγγελματικές υποχρεώσεις.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close