υποχωρώ

Μεταφράσεις

υποχωρώ

recede, retreat, relent, ebb, flinch, subside, give inيَسْتَسْلِمُvzdát segive opnachgebenceder, renunciarantaa periksicéderpopustitiarrendersi屈服する항복하다opgevenovergi (seg)poddać sięrender-seсдаватьсяge sigยอมแพ้yenilgiyi kabullenmekđầu hàng让步 (ipoxo'ro)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. κάνω πίσω Ο στρατός υποχωρεί.
2. λυγίζω, υποκύπτω υποχωρώ μπροστά στην επιμονή κάποιου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close