υφίσταμαι

Μεταφράσεις

υφίσταμαι

undergo, exist, suffer, sustainexister, souffrir, subir, traverser (i'fistame)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. παθαίνω υφίσταμαι σοκ
2. δέχομαι υφίσταμαι πιέσεις
3. ανέχομαι, αντέχω Θα το υποστώ κι αυτό.
4. υπάρχω Δεν υφίσταται τέτοιο πρόβλημα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close